Στένωση καρωτίδας αρτηρίας και η αξία της έγκαιρης διάγνωσης στην πρόληψη του εγκεφαλικού.

Το  αγγειακό  εγκεφαλικό  επεισόδιο  αποτελεί  ένα  μείζον  πρόβλημα  στη  σύγχρονη  εποχή.  Υπολογίζεται,  ότι  στην  Ευρώπη  κάθε  χρόνο  πεθαίνουν  1.100.000  άνθρωποι  από  εγκεφαλικό,  αποτελώντας  τη  δεύτερη  σε  συχνότητα  αιτία  θανάτου.  Από  εκείνους  που  κατορθώνουν  να  επιβιώσουν  από  ένα  εγκεφαλικό  επεισόδιο,  οι  μισοί  είναι  εξαρτώμενοι  από  άλλους  για  να  ανταπεξέλθουν  στις  καθημερινές  τους  ανάγκες.  Από  αυτά  τα  δεδομένα,  μπορεί  κανείς  να  αντιληφθεί  την  πραγματική  διάσταση  του  προβλήματος.

Αλλά  ας  δούμε  τα  πράγματα  από  την  αρχή.  Η  έσω  καρωτίδα  είναι  μια  σημαντική  αρτηρία  του  ανθρώπινου  σώματος,  διότι  μεταφέρει  αίμα,  πλούσιο  σε  οξυγόνο,  στον  εγκέφαλο.  Η  αρτηρία  αυτή  βρίσκεται  στον  τράχηλο  (λαιμό).  Το  συχνότερο  πρόβλημα,  που  σχετίζεται  με  την  καρωτίδα  αρτηρία  είναι  η  στένωσή  της,  λόγω  δημιουργίας  αθηρωματικής  πλάκας  στο  εσωτερικό  της.  Για  το  λόγο

Για  το  λόγο αυτό,  το  αίμα  δυσκολεύεται  να  περάσει,  οπότε  μειώνεται  η  παροχή  αίματος  στον  εγκέφαλο.  Παράλληλα,  υπάρχει  κίνδυνος  είτε  να  ξεκολλήσει  τμήμα  της  αθηρωματικής  πλάκας  και  να  κατευθυνθεί  προς  τον  εγκέφαλο  είτε  να  αποφραχθεί  πλήρως  η  αρτηρία,  προκαλώντας  ένα  βαρύ  ισχαιμικό  εγκεφαλικό  επεισόδιο.  Υπολογίζεται,  ότι  περίπου  οι  μισοί  ασθενείς,  που  υπέστησαν  ένα  εγκεφαλικό  επεισόδιο,  θα  υποστούν  και  δεύτερο,  μέσα  στην  επόμενη  πενταετία.

Οι  κυριότεροι  παράγοντες,  που  ευνοούν  τη  δημιουργία  αθηρωματικής  πλάκας  στις  καρωτίδες  είναι  το  κάπνισμα,  ο  σακχαρώδης  διαβήτης,  η  υπέρταση  και  η  υψηλή  χοληστερίνη.  Αυτό  σημαίνει,  ότι  όσο  περισσότερους  από  αυτούς  τους  παράγοντες  έχει  ένας  ασθενής  τόσο  αυξάνει  η  πιθανότητα  ύπαρξης  στένωσης  στην  καρωτίδα  και  συνεπώς  η  πιθανότητα  εγκεφαλικού.

Κάποιες  φορές  μια  σημαντική  στένωση  στην  καρωτίδα  εκδηλώνεται  με  κάποια  πρώιμα  συμπτώματα,  όπως  το  μούδιασμα  ή  δυσκολία  στην  κίνηση  του  χεριού  ή  του  ποδιού,  η  δυσκολία  στην  ομιλία,  η  ξαφνική  και  παροδική  απώλεια  της  όρασης  κ.ά.  Κάποιες  άλλες  φορές,  δυστυχώς,  η  πρώτη  εκδήλωση  της  στένωσης  είναι  ένα  βαρύ  εγκεφαλικό.  Συνεπώς,  είναι  σημαντικό,  οι  ασθενείς  που  εμφανίζουν  ξαφνικά  πρώιμα  συμπτώματα,  ιδίως  εκείνοι  που  πάσχουν  από  διαβήτη,  υπέρταση,  υψηλή  χοληστερίνη  και  καπνίζουν,  να  γνωρίζουν  την  πιθανότητα  ύπαρξης  στένωσης  στην  καρωτίδα  και  να  απευθύνονται  άμεσα  στον  αγγειοχειρουργό,  ώστε  να  διαγιγνώσκει  τη  στένωση  και  να  εξετάζει  τις  θεραπευτικές  λύσεις,  που  είναι  καλύτερες  για  τον  κάθε  ασθενή,  ώστε  να  προλάβουν  το  εγκεφαλικό.

Η  διάγνωση  της  στένωσης  στην  καρωτίδα  βασίζεται  στην  κλινική  εξέταση  και  κυρίως  στη  διενέργεια  έγχρωμου  υπερηχογραφήματος  (τρίπλεξ).  Ανάλογα  με  το  βαθμό  της  στένωσης  και  την  ύπαρξη  συμπτωμάτων  η  θεραπεία  μπορεί  να  είναι  συντηρητική  (με  φαρμακευτική  αγωγή)  ή  χειρουργική.  Αν  ο  αγγειοχειρουργός  κρίνει  με  βάση  τα  διεθνή  δεδομένα,  ότι  ο  ασθενής  πρέπει  να  χειρουργηθεί,  τότε  εξετάζεται  το  είδος  της  επέμβασης,  που  στην  πλειοψηφία  των  περιπτώσεων  είναι  η  ανοιχτή  επέμβαση,  ενώ  σε  κάποιες  περιπτώσεις  θα μπορούσε  να  είναι  ενδαγγειακή,  με  τοποθέτηση  στέντ.

Στην  ανοιχτή  επέμβαση,  η  καρωτίδα  ανοίγεται  και  αφαιρείται  χειρουργικά  η  πλάκα  από  το  εσωτερικό  της,  ενώ  αντίθετα  στην  ενδαγγειακή  η  πλάκα  δεν  αφαιρείται  αλλά  συμπιέζεται  στο  τοίχωμα  της  αρτηρίας  από  το  στέντ,  οπότε  το  αίμα  περνάει  πιο  ομαλά  από  το  σημείο  της  στένωσης.  Προφανώς  κάθε  περίπτωση  ασθενή  είναι  ξεχωριστή  και  κατά  συνέπεια  η  θεραπεία  είναι  εξατομικευμένη.  Ο  αγγειοχειρουργός  αναλύει  τα  πλεονεκτήματα  και  τα  μειονεκτήματα  της  κάθε  τεχνικής  και  έτσι  αποφασίζεται  ποιος  είναι  ο  βέλτιστος  τρόπος  αντιμετώπισης  του  προβλήματος.

Συμβουλεύει ο κος Γεώργιος  Γαλανόπουλος  MD, PhD, MSc. Αγγειοχειρουργός & Διδάκτωρ  Ιατρικής  Σχολής  Παν/μίου  Αθηνών