Διαίσθηση και Προαίσθημα: Ποιόν Ρόλο Παίζουν στη Ζωή μας και ποια η Πραγματική τους Αξία;

Οι περισσότεροι από εμάς, εάν όχι όλοι μας, έχουμε πιστέψει στο παρελθόν ότι γνωρίζουμε κάτι, χωρίς αυτό να βασίζεται στη λογική αλλά σε μια ιδιαίτερη αίσθηση ότι αυτό που πιστεύουμε ισχύει πραγματικά. Όταν η αίσθηση ότι γνωρίζουμε κάτι χαρακτηρίζεται περισσότερο ενστικτώδης και δεν βασίζεται σε λογική επεξεργασία, τότε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την αίσθηση αυτή ως «διαίσθηση».

Στην πραγματικότητα, η διαίσθηση είναι μια συνηθισμένη διεργασία του ανθρώπινου εγκεφάλου, της οποία όμως η επιρροή μπορεί να διατηρηθεί υπό έλεγχο από την αναλυτική σκέψη, η οποία συνήθως ακολουθεί δεύτερη. Για παράδειγμα, όταν περπατάμε στον δρόμο αργά το βράδυ και ακούσουμε έναν απότομο θόρυβο, η διαίσθησή μας ίσως είναι ότι κάποιος μας ακολουθεί, αλλά έπειτα από περαιτέρω εξέταση της κατάστασης κατανοούμε ότι ο θόρυβος αυτός προκλήθηκε από κάτι που δεν αποτελεί κίνδυνο, όπως π.χ. μια γάτα που ψάχνει για φαγητό σε έναν σκουπιδοτενεκέ.

Περίπλοκες καταστάσεις, οι οποίες απαιτούν μεγαλύτερη συγκέντρωση στην αναλυτική σκέψη για να επιλυθούν, μπορούν να μας οδηγήσουν στο να «κάνουμε ένα βήμα πίσω» και να εξετάσουμε την αρχική διαίσθηση που βιώσαμε, και δυνητικά να απορρίψουμε τη διαίσθησή μας, εφόσον η αναλυτική μας σκέψη έρχεται σε αντίθεση με αυτή.

Παρόλα αυτά, η διαίσθηση μπορεί και να οδηγήσει σε κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα, οπότε η προσοχή σε αυτή δεν αποθαρρύνεται εξολοκλήρου, ακόμα και σε καταστάσεις οι οποίες φέρουν ρίσκο. Για παράδειγμα, έχουν αναφερθεί περιστατικά από τον χώρο της υγείας κατά τα οποία ιατροί ή νοσηλεύτριες κατάφεραν να αποφύγουν την μοιραία έκβαση ενός ιατρικού προβλήματος χάρη στη διαίσθησή τους – ενώ η κατάσταση ενός ασθενή έμοιαζε να βαίνει καλώς, η διαίσθηση των ειδικών οδήγησε σε πιο εντατική παρακολούθηση της κατάστασης, η οποία αποδείχθηκε σωτήρια.

Μια πιθανή εξήγηση για το παραπάνω είδος διαίσθησης είναι ότι αυτή προέρχεται από διάφορα ερεθίσματα που σχετίζονται με μια κατάσταση, χωρίς όμως εμείς να αντιλαμβανόμαστε συνειδητά τις ενδείξεις αυτές. Παρόλα αυτά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιλαμβάνεται τα σημάδια αυτά και τα επεξεργάζεται, οδηγώντας μας κάποιες φορές στο να σκεφτούμε ότι γνωρίζουμε κάτι, χωρίς τελικά να αντιλαμβανόμαστε τον λόγο. Το ίδιο μπορεί και να ισχύει για το «προαίσθημα», το οποίο ορίζουμε σαν την αίσθηση ότι κάτι συγκεκριμένο πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, την οποία νιώθουμε χωρίς αυτή να στηρίζεται στη συνειδητή λογική επεξεργασία πληροφοριών. Αντιθέτως, ένα προαίσθημα μπορεί να οφείλεται στο ασυνείδητο συμπέρασμα του εγκεφάλου μας, ο οποίος έχει επεξεργαστεί διάφορες πληροφορίες και έχει συμπληρώσει το «παζλ» πρόωρα για εμάς.

Με βάση τις παραπάνω πληροφορίες, πότε μπορούμε να εμπιστευτούμε την διαίσθησή μας ή ένα προαίσθημα; Η απάντηση είναι ότι δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι για το εάν η διαίσθηση ή το προαίσθημά μας είναι σωστά. Παρόλα αυτά, μπορούμε να ακολουθήσουμε την παρακάτω διαδικασία, η οποία ίσως μας βοηθήσει να αποφασίσουμε ευκολότερα για το πως αρμόζει να πράξουμε:

  • Αρχικά, βιώνουμε μια διαίσθηση ή ένα προαίσθημα για κάποια κατάσταση.
  • Επεξεργαζόμαστε την αίσθηση αυτή και την κατανοούμε.
  • Αναλογιζόμαστε αν η αίσθηση αυτή δεν βασίζεται στην πραγματικότητα ή αν βασίζεται σε πραγματικές πληροφορίες για την συγκεκριμένη κατάσταση, τις οποίες στη συνέχεια προσπαθούμε να εντοπίσουμε και να αναλογιστούμε.
  • Τέλος, συμπεραίνουμε ποια είναι η σημαντικότητα της διαίσθησης ή του προαισθήματος που βιώσαμε και αποφασίζουμε πόσο αυτό θα επηρεάσει τις αποφάσεις μας.

Γράφει ο κος Παπαϊωάννου Δημήτριος,BSc Psychological Science